διαψεύδω


διαψεύδω
[диапсэвдо] р. изобличать во лжи, опровергать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαψεύδω" в других словарях:

  • διαψεύδω — διαψεύδω, διέψευσα βλ. πίν. 128 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαψεύδω — (ΑΝ) αποδεικνύω κάτι ως ψευδές ή κάποιον ως ψεύτη νεοελλ. εκ τών πραγμάτων αποδεικνύω ως αστήρικτο αρχ. 1. απατώ, γελώ 2. αρνούμαι 3. (με γεν.) (για πρόσ. και πράγματα) απατώμαι, πλανώμαι …   Dictionary of Greek

  • διαψεύδω — διάψευσα και διέψευσα, διαψεύστηκα, διαψευσμένος 1. αποδεικνύω ότι κάποιος ψεύδεται ή ότι κάτι είναι ψεύτικο: Ο συνήγορός του διέψευσε όλες τις κατηγορίες. 2. αποδεικνύω ότι κάτι δε στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα: Οι ελπίδες που έτρεφε για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαψεύδῃ — διαψεύδω deceive pres subj mp 2nd sg διαψεύδω deceive pres ind mp 2nd sg διαψεύδω deceive pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεψευσμένα — διαψεύδω deceive perf part mp neut nom/voc/acc pl διεψευσμένᾱ , διαψεύδω deceive perf part mp fem nom/voc/acc dual διεψευσμένᾱ , διαψεύδω deceive perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεψεύσθην — διαψεύδω deceive plup ind mp 3rd dual διαψεύδω deceive aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) διαψεύδω deceive aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευδόμεθα — διαψεύδω deceive pres ind mp 1st pl διαψεύδω deceive imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευδόμενον — διαψεύδω deceive pres part mp masc acc sg διαψεύδω deceive pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευσαμένων — διαψεύδω deceive aor part mid fem gen pl διαψεύδω deceive aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψευσθέντα — διαψεύδω deceive aor part pass neut nom/voc/acc pl διαψεύδω deceive aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)